Feugiat nulla facilisis at vero eros et curt accumsan et iusto odio dignissim qui blandit praesent luptatum zzril.
+ (123) 1800-453-1546
info@example.com

Related Posts

Σχολικός εκφοβισμός και παράγοντες ψυχικής ανθεκτικότητας

Ο σχολικός εκφοβισμός και η θυματοποίηση από συνομηλίκους αποτελεί ένα πρόβλημα, το οποίο αντιμετωπίζουν παιδιά και έφηβοι εντός, αλλά και

Περισσότερα

Ψυχική ευεξία (Wellbeing) και ψυχική υγεία

Η ψυχική ευεξία αποτελεί ένα κεντρικό ζήτημα στον τομέα της θετικής ψυχολογίας, συνιστά ωστόσο μία πολύπλευρη έννοια, με αποτέλεσμα να

Περισσότερα

Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή Σχετιζόμενη με τη Συντροφική Σχέση (ΙΨAΔ-Σ)

Η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή απασχολεί περίπου το 1% έως 3% του γενικού πληθυσμού και χαρακτηρίζεται από ανεπιθύμητες, επαναλαμβανόμενες και αγχωτικές σκέψεις

Περισσότερα
Title Image
Home2023Νοέμβριος

Η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή απασχολεί περίπου το 1% έως 3% του γενικού πληθυσμού και χαρακτηρίζεται από ανεπιθύμητες, επαναλαμβανόμενες και αγχωτικές σκέψεις ή/και επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά που προκαλεί ταλαιπωρία και παρεμβαίνει την καθημερινή ζωή ενός ασθενούς, προκαλώντας προβλήματα στην επαγγελματική ζωή του ατόμου,

Η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή απασχολεί περίπου το 1% έως 3% του γενικού πληθυσμού και χαρακτηρίζεται από ανεπιθύμητες, επαναλαμβανόμενες και αγχωτικές σκέψεις ή/και επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά που προκαλεί ταλαιπωρία και παρεμβαίνει την καθημερινή ζωή ενός ασθενούς, προκαλώντας προβλήματα στην επαγγελματική ζωή του ατόμου, αλλά και στις κοινωνικές και προσωπικές του σχέσεις.

Μια μορφή ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής που επικεντρώνεται στις στενές σχέσεις και μόλις πρόσφατα άρχισε να λαμβάνει προσοχή τόσο από κλινική όσο και από επιστημονική άποψη είναι η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή σχετιζόμενη με τη συντροφική σχέση (Relationship OCD, ROCD). Τι είναι όμως η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή που επικεντρώνεται στο πεδίο των στενών προσωπικών σχέσεων; Είναι συνηθισμένη εμπειρία να έχουμε αμφιβολίες για τη συμβατότητα με τον σύντροφό μας ή για την καταλληλότητα της αισθηματικής μας σχέσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις όμως, αυτές οι αμφιβολίες και οι ανησυχίες καταλαμβάνουν τόσο μεγάλο μέρος του νοητικού χώρου του ατόμου που περιορίζουν την κοινωνική και επαγγελματική του απόδοση. Τότε μιλάμε για ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή σχετιζόμενη με τη συντροφική σχέση.

Οι εμμονές στο πλαίσιο μιας «σχέσης» μπορεί να περιλαμβάνουν διαφορετικούς τύπους σχέσεων, όπως τη σχέση της μητέρας με το παιδί της ή ακόμα και τη σχέση με τον Θεό, αν και μεγάλο μέρος της έρευνας βασίζεται στις συντροφικές σχέσεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η εμφάνιση των συμπτωμάτων ακολουθεί σημαντικές αποφάσεις σχέσης, όπως πχ πρόταση γάμου ή γέννηση παιδιών. Σε άλλες περιπτώσεις, τα ιδεοψυχαναγκαστικά συμπτώματα εμφανίζονται μετά το τέλος μιας ρομαντικής σχέσης, όπου το άτομο ανησυχεί με εμμονή για το ενδεχόμενο ο προηγούμενος σύντροφος να ήταν το σωστό άτομο και φοβάται ότι θα μετανιώσει για πάντα για την επιλογή του. Έτσι νιώθει την ανάγκη να καθησυχάσει τον εαυτό του, θυμίζοντας για παράδειγμα τους λόγους για τους οποίους τελείωσε η σχέση ή θυμούμενος τις συγκρούσεις που βίωσε, σαν να βρήκε δικαιολογία για αυτή την απόφαση.

Η έρευνα δείχνει ότι τόσο η διάρκεια της ρομαντικής σχέσης όσο και το φύλο δεν είναι μεταβλητές που σχετίζονται με αυτόν τον τύπο ΙΨΔ.

Υπάρχουν δύο κοινές εκδηλώσεις αυτής της συμπτωματολογίας: ιδεοψυχαναγκαστικά συμπτώματα με επίκεντρο τη σχέση και συμπτώματα με επίκεντρο τον/την σύντροφο.

ΙΨAΔ επικεντρωμένη στη σχέση

Σε αυτή την περίπτωση, οι άνθρωποι αισθάνονται στοιχειωμένοι από αμφιβολίες και ανησυχίες για το πώς νιώθουν για τους συντρόφους τους, πώς νιώθουν οι σύντροφοί τους για αυτούς και πόσο «σωστή» είναι η σχέση.

Μπορεί να υπάρχουν επαναλαμβανόμενες σκέψεις όπως: «Είναι αυτή η σωστή σχέση για μένα;» ή «Αυτό που νιώθω δεν είναι αληθινή αγάπη!» ή «Είμαι καλά μαζί του/της;» ή “Ο σύντροφός μου με αγαπάει πραγματικά;”

ΙΨAΔ επικεντρωμένη στον/ην σύντροφο

Σε συμπτώματα που εστιάζονται στον/ην σύντροφο, από την άλλη πλευρά, τα φυσικά χαρακτηριστικά του συντρόφου (π.χ. μέρος του σώματος), τα κοινωνικά χαρακτηριστικά (π.χ. δεν έχει τις προϋποθέσεις για επιτυχία στη ζωή) ή πτυχές όπως η ηθική, η ευφυΐα ή η συναισθηματική σταθερότητα («Δεν είναι αρκετά έξυπνος για μένα», «Δεν είναι αρκετά σταθερό άτομο με το οποίο μπορώ να πραγματοποιήσω οικογένεια») αποτελούν τον πυρήνα των δυσλειτουργικών σκέψεων.

Οι δύο εκδηλώσεις συμπτωμάτων  ωστόσο, δεν αλληλοαποκλείονται στο ίδιο άτομο. Η κλινική εμπειρία και η επιστημονική έρευνα έχουν δείξει ότι η ΙΨΑΔ με επίκεντρο τη σχέση και τον/ην σύντροφο συχνά συνυπάρχει.

Όπως και σε οποιαδήποτε μορφή της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής οι αμφιβολίες και οι ανησυχίες συνδέονται με ποικίλους καταναγκασμούς, στόχος των οποίων είναι η προσπάθεια καταστολής/μείωσης της συχνότητας αυτών των σκέψεων, καθώς και η μείωση της αβεβαιότητας σχετικά με το περιεχόμενο. Συνηθισμένη καταναγκασμοί ατόμων που πάσχουν από σχεσιακή ΙΨΑΔ  αποτελούν:

Προσοχή και έλεγχος των συναισθημάτων τους («Νιώθω αγάπη για τον σύντροφό μου;») και συμπεριφορές («Κοιτάω άλλες γυναίκες/άντρες;»).

Σύγκριση της δική τους σχέσης με αυτή άλλων ανθρώπων, όπως φίλοι, συνάδελφοι ή ακόμα και ρομαντικές σχέσεις τηλεοπτικών προσωπικοτήτων («Είμαι τόσο χαρούμενος όσο αυτοί;»).

Καθησυχασμός του εαυτού τους αναπολώντας εμπειρίες με τον τωρινό σύντροφό τους που τους έκαναν να αισθάνονται σίγουροι για το πώς ένιωσαν.

Επίσης στο πλαίσιο των αποφυγών τα άτομα που πάσχουν από ΙΨΑΔ σχετιζόμενη με τη συντροφική σχέση προσπαθούν συχνά να αποφύγουν καταστάσεις που μπορούν να χρησιμεύσουν ως έναυσμα για τις ανεπιθύμητες σκέψεις και τις αμφιβολίες τους για τη σχέση. Για παράδειγμα, μπορεί να αποφεύγουν κοινωνικές εκδηλώσεις με φίλους που θεωρούνται «το τέλειο ζευγάρι».

Σε γνωσιακό επίπεδο, στην περίπτωση της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής, είναι γενικά αποδεκτό ότι διαφορετικές αντιδράσεις του ατόμου στα δικά του εσωτερικά ερεθίσματα παίζουν ρόλο στην ανάπτυξη της διαταραχής. Για παράδειγμα, στη συγκεκριμένη περίπτωση της σχεσιακής ΙΨΑΔ, τα άτομα μπορεί να δίνουν μεγάλη σημασία στη σχέση του ζευγαριού ως θεμελιώδες μέρος της ύπαρξής τους, της προσωπικότητάς τους.

Έτσι, όταν η αυτοεκτίμηση του ατόμου συνδέεται στενά με τη σφαίρα των σχέσεων, τον οδηγεί αναπόφευκτα σε μία κατάσταση υπερεπαγρύπνησης για οτιδήποτε σχετίζεται με τη σχέση, σε σημείο που ένα φυσιολογικό αίσθημα πλήξης στη σχέση με τον σύντροφό του γίνεται σημαντικά αρνητικό και μπορεί να έχει αντίκτυπο στην ιδέα του για τον εαυτό του.

Ομοίως, οι άνθρωποι που παρουσιάζουν σχεσιακή ΙΨΑΔ είναι πιο ευαίσθητοι στις σκέψεις για τις ιδιότητες του συντρόφου τους αφού το ελάττωμα ή λάθος του συντρόφου τους γίνεται αντιληπτό ως αντανάκλαση της αυτοεκτίμησής τους. Εδώ, το πώς ο σύντροφος συγκρίνεται με τους άλλους και πώς τον βλέπει ο υπόλοιπος κόσμος μπορεί να αντικατοπτρίζει το άτομο, επηρεάζοντας την εικόνα του εαυτού του, με αποτέλεσμα αρνητικά συναισθήματα (π.χ. ντροπή, ενοχή).

Επιπλέον, συγκεκριμένες πεποιθήσεις για τις σχέσεις μπορεί να είναι ιδιαίτερα σχετικές με τη διατήρηση και την ανάπτυξη της σχεσιακής ΙΨΑΔ, όπως για παράδειγμα, καταστροφικές σκέψεις που σχετίζονται με τη ζημιά σε μια σχέση στην οποία κάποιος έχει αμφιβολίες ή για τις αρνητικές συνέπειες για το άλλο άτομο και για τον εαυτό του από τη διακοπή μιας υπάρχουσας σχέσης (« Η σκέψη να ζήσω τη ζωή μου χωρίς αυτόν/αυτήν με τρομάζει».

Αυτοί οι άνθρωποι συνήθως έχουν άκαμπτες πεποιθήσεις για το τι πρέπει να νιώθουν σε μια «σωστή» σχέση, όπως «αν δεν σκέφτεσαι τον σύντροφό σου κάθε στιγμή της ημέρας, αυτό σημαίνει ότι δεν είναι αυτός ο κατάλληλος» ή «αν δεν είσαι πάντα χαρούμενος όταν είσαι μαζί του/της, δεν είναι αληθινή αγάπη».

Τέλος, η τελειομανία, η μειωμένη ανοχή στην αβεβαιότητα, η σημασία των σκέψεων και ο έλεγχός τους και η διογκωμένη αίσθηση ευθύνης, που αντιπροσωπεύουν μερικές από τις τυπικές πεποιθήσεις στην ιδεοψυχαναγκαστική συμπτωματολογία, είναι επίσης παρόντες στη σχεσιακή ΙΨΑΔ.

Όπως και με άλλες μορφές ΙΨΑΔ, η γνωσιακή συμπεριφοριστική θεραπεία (CBT) είναι αποτελεσματική για τη ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή στις σχέσεις.

Η γνωσιακή συμπεριφοριστική θεραπεία δίνει τη δυνατότητα στον θεραπευόμενο να μάθει λειτουργικές στρατηγικές για τη διαχείριση και τη μείωση των εμμονών και των καταναγκασμών.

Συγκεκριμένα, οι τεχνικές που χρησιμοποιούνται είναι η έκθεση με αποφυγή απόκρισης (έκθεση σε καταστάσεις φόβου χωρίς καταφυγή σε καταναγκασμούς για την αντιμετώπιση αμφιβολιών και αρνητικών συναισθημάτων) και η γνωστική αναδόμηση δυσλειτουργικών σκέψεων και πεποιθήσεων.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο σύντροφος μπορεί επίσης να εμπλακεί για την αξιολόγηση της ενίσχυσης των συμπτωμάτων του ασθενούς από τον σύντροφο και τη διακοπή των δυσλειτουργικών διαπροσωπικών κύκλων.

Μια σημαντική μείωση των συμπτωμάτων θα επέτρεπε μεγαλύτερη επίγνωση του τι πραγματικά συμβαίνει στη σχέση και θα οδηγούσε το άτομο να πάρει μια απόφαση (να διακόψει τη σχέση ή όχι) με βάση την πραγματική εμπειρία της σχέσης και όχι επηρεαζόμενο από φόβους και ανησυχίες που σχετίζονται με τη διαταραχή.

 

 

Βιβλιογραφία

 

Doron G, Derby DS, Szepsenwol O, Talmor D. Flaws (2012). Exploring partner-focused obsessive-compulsive symptoms. J Obsessive Compuls Relat Disord  1:234–43. 10.1016/j.jocrd.2012.05.004

Doron G, Derby DS, Szepsenwol O. (2014). Relationship obsessive-compulsive disorder (ROCD): a conceptual framework. J Obsessive Compuls Relat Disord  3:169–80. 10.1016/j.jocrd.2013.12.005

Doron, G., Derby, D., Szepsenwol, O., Nahaloni, E., & Moulding, R. (2016). Relationship Obsessive-Compulsive Disorder: Interference, Symptoms, and Maladaptive Beliefs. Frontiers in psychiatry7, 58. https://doi.org/10.3389/fpsyt.2016.00058